αὐλή

αὐλή
Grammatical information: f.
Meaning: `open court, courtyard' (seit Il.).
Compounds: ἄγραυλος `who passes the night outside' (Il.); ἔπαυλος (Od.).
Derivatives: αὖλις, -ιν, -ιδος f. `night camp (in open air)' (Il.).
Origin: IE [Indo-European] [72] *h₂eu- `pass the night'
Etymology: αὐλή, αὖλις are derivations of the root of ἰ-αύω, ἄεσα `pass the night (in the open air)' (s. v.), also seen in Arm. aw-t` `place to pass the night' and ag-anim `pass the night'. Also supposed in Toch. B aulāre, A olar `companion'.
Page in Frisk: 1,186

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αὐλή — open court fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυλή — Χώρος αστέγαστος και περιτοιχισμένος μπροστά από σπίτι, ή πίσω ή και γύρω απο αυτό. Μεταφορικά λέγεται και το προσωπικό ενός ηγεμόνα. Η α. πρωτοεμφανίστηκε στα ανάκτορα των βασιλιάδων της ομηρικής Ελλάδας, της Αιγύπτου, της Ασσυρίας κλπ. Στα… …   Dictionary of Greek

  • αυλή — η 1. περιφραγμένος χώρος εμπρός ή πίσω από το σπίτι: Στο χωριό όλα τα σπίτια έχουν αυλή. 2. το προσωπικό που ανήκει στην υπηρεσία του ηγεμόνα: Η αυλή ανακατευόταν πολύ στις κρατικές υποθέσεις …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αὐλῇ — αὐλέω play on the flute pres subj mp 2nd sg αὐλέω play on the flute pres ind mp 2nd sg αὐλέω play on the flute pres subj act 3rd sg αὐλή open court fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυλή — [авли] ουσ. в. двор …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Μεγάλη Αυλή — Οικισμός (113 κάτ.) του νομού Αττικής. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Κερατέας της νομαρχίας Ανατ. Αττικής …   Dictionary of Greek

  • αὐλῆι — αὐλῇ , αὐλέω play on the flute pres subj mp 2nd sg αὐλῇ , αὐλέω play on the flute pres ind mp 2nd sg αὐλῇ , αὐλέω play on the flute pres subj act 3rd sg αὐλῇ , αὐλή open court fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαύλος — αύλη, ον, Α 1. (για τρόπο βαδίσματος και συμπεριφοράς) επιτηδευμένος, θηλυπρεπής, προκλητικός, ο τρόπος με τον οποίο βάδιζαν οι εταίρες και οι βακχεύουσες 2. (για ίππο) αυτός που βαδίζει καμαρωτά («σαῡλος βαίνειν, ἵππος ὡς κορωνίδης», Σιμων.) 3.… …   Dictionary of Greek

  • υπόφαυλος — αύλη, ον, Α [φαῡλος] ο κάπως χαμηλής αξίας, περιεκτικότητας, ποιότητας ή μεγέθους …   Dictionary of Greek

  • αὐλαῖν — αὐλή open court fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλαῖς — αὐλή open court fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.